- τετράδραχμος,
- τετρά-δραχμος, u. τετρα-δραχμιαῖος, vier Drachmen schwer, geltend, wert; τὸ τετράδραχμον, eine Münze von vier Drachmen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
τετράδραχμος — η, ο / τετράδραχμος, ον, ΝΜΑ, ουδ. και τετράαχμον και τετρᾱχμον Α 1. αυτός που έχει αξία τεσσάρων δραχμών 2. το ουδ. ως ουσ. το τετράδραχμο(ν) νόμισμα αξίας τεσσάρων δραχμών το οποίο κατά την αρχαιότητα χρησίμευε στις περισσότερες διεθνικές… … Dictionary of Greek
τετραδράχμους — τετράδραχμος worth four drachmas masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τετραδραχμιαίος — αία, ον, Α 1. τετράδραχμος 2. (για τόκο) αυτός που αποδίδει τέσσερεις δραχμές κατά μία μνα μηνιαίως. [ΕΤΥΜΟΛ. < τετράδραχμος + κατάλ. ιαῖος*] … Dictionary of Greek
τετράδραχμον — worth four drachmas neut nom/voc/acc sg τετράδραχμος worth four drachmas masc/fem acc sg τετράδραχμος worth four drachmas neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
SICLUS — Hebr. Shekel, nummus apud Hebraeos argenteus frequens, duplex erat, Siclus Regius, seu communis, quem laicum vocavit Pagninus, et Siclus Sacer seu Sanctuarii, quorum hie τετράδραχμος ille δίδραχμος, fuit. Siclo Sanctuarii communiter insculpta… … Hofmann J. Lexicon universale
τετρ(α)- — ΝΜΑ, και βοιωτ. τ. πετρα και θεσσαλ. τ. πετρο , Α α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο αριθμητικό τέσσερεις (για τη μορφή βλ. λ. τέσσερεις) και σημαίνει ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι,… … Dictionary of Greek
τετράαχμον — τὸ, Α βλ. τετράδραχμος … Dictionary of Greek
τετράχμον — τὸ, Α βλ. τετράδραχμος … Dictionary of Greek
τετραδράχμοις — τετράδραχμον worth four drachmas neut dat pl τετράδραχμος worth four drachmas masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τετραδράχμου — τετράδραχμον worth four drachmas neut gen sg τετράδραχμος worth four drachmas masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τετραδράχμων — τετράδραχμον worth four drachmas neut gen pl τετράδραχμος worth four drachmas masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)